Dive in and enjoy...

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

~Άγριες Φράουλες~

Κοίταζε έξω από το παράθυρο για ώρα με βλέμμα απλανές. Κανείς δεν ήξερε τι σκεφτόταν, αν σκεφτόταν κάτι. Έφερνε μόνο που και που το χέρι στα χείλη και έκοβε μια μικρή μπουκιά. Άγριες φράουλες είχε ζητήσει. Αυτό συγκεκριμένα. Δεν ήθελε τίποτε άλλο. Τις πήρε και χάθηκε στις σκέψεις της. Απόκοσμη ήταν η εικόνα της, και λίγο τρομακτική. Έτσι σαν ματωμένα που έμοιαζαν τα χείλη της και με το βλέμμα χαμένο στο κενό. Για όσους την ήξεραν, όμως, ήταν κάτι συνηθισμένο.

Στο μαγαζί αυτό ερχόταν συχνά, οπότε το θέαμα δεν ανησύχησε κανέναν ιδιαίτερα. Και με κάθε μπουκιά κατάπινε το πάθος της. Αυτό το συνονθύλευμα από φλεγόμενα αέρια και αστρική σκόνη που της έτρωγε τα σωθικά. Κι ο αέρας γύρω της έμοιαζε κρύος, μες στο κατακαλόκαιρο. Κρύος σαν βουτιά σε παγωμένη θάλασσα. Αλλά και κρύος σαν χώρος αφιλόξενος. Δεν ήταν ο χώρος, όμως, που ήταν αφιλόξενος, παρά ο ίδιος της ο εαυτός. Και τα εκρηκτικά συναισθήματα που πάσχιζαν να ξεσκίσουν το παγωμένο εξωτερικό της περίβλημα.

Αδιάφορη την είχαν χαρακτηρίσει πολλές φορές, και οι πιο κοντινοί της φίλοι ακόμα. Κι έτσι ήταν αδιάφορη, χωρίς να την πειράζει ιδιαίτερα. Καμιά φορά ίσως και ψυχρή. Όπως ακριβώς αδιάφορη έμοιαζε και τώρα. Και με κάθε μπουκιά κατάπινε τον πανικό της. Και κοίταζε το κενό καθώς η ώρα περνούσε. Και παρέμενε αδιάφορη.

Κάπου μακριά ένα ρολόι σήμανε τρεις. Κι έβλεπε τώρα αδιάφορα τον κόσμο να περνάει από μπροστά της. Κόσμος που γυρνούσε απ' τη δουλειά, κόσμος προς όλες τις κατευθύνσεις. Και είδε κι εκείνη να περνάει. Και ξέσπασε σε λυγμούς. Κι από μέσα της ξεχύθηκε το σύμπαν. 

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Εγώ κι ο καθρέφτης μου




Δεν ντάπηκα ποτέ για τον εαυτό μου. Ντράπηκα, όμως, για το πώς οι άλλοι με έβλεπαν. Ντράπηκα εκεί που θα έπρεπε να ντρέπονται εκείνοι. Και κρύφτηκα. Γιατί δεν θεωρούσα πως είμαι δυνατή. Γιατί δυνατοί ήταν εκείνοι που φώναζαν. Κι εγώ ήμουν μικρή. Και γινόμουν μικρότερη με κάθε τους λέξη. Και ήταν η κρυψώνα μου ζεστή και οικεία. Κι αν δεν ένιωθα ωραία εκεί, τουλάχιστον είχε ησυχία. Και μου αρέσει η ησυχία. Μου αρέσει να παίρνω το βιβλίο μου και να διαβάζω στο ημίφως, καμιά φορά και με λίγη απαλή μουσική. Κι έτσι ακριβώς ήταν η κρυψώνα μου. Ήσυχη και σκοτεινή. Και προπάντων εκεί που κανείς δε θα μπορούσε να με βρει. Ανάμεσα στους άλλους. Εκεί που κανείς δεν θα έψαχνε. Γιατί όπως αυτοί που συνήθως φωνάζουν δεν φωνάζουν στον εαυτό τους, δε θα φώναζαν και σ’ εμένα. Γιατί εγώ ήμουν ο εαυτός τους. Η αντανάκλαση της εικόνας τους. Και σαν κάθε τέχνη, εξελίχθηκε και η τέχνη της ανάκλασης. Και μπορούσα τώρα να κινούμαι και στον ίδιο ρυθμό ακόμα με τις κινήσεις που αντανακλούσα. Και σαν τεχνητή νοημοσύνη προσαρμόστηκα και υιοθέτησα τις ανακλάσεις των άλλων σαν δικές μου. Και ήμουν εγώ που φώναζα τώρα. Αλλά φώναζα σ’ εμένα. Γιατί εγώ ήμουν μικρή. Και κανείς δεν το ήξερε. Κι η αντανάκλαση μου ήταν μεγάλη. Όμως, δε θέλω πια να φωνάζω. Και καθώς σταματώ, ο καθρέφτης ραγίζει. Κι η κρυψώνα μου αρχίζει σιγά σιγά να φωτίζει. Θα χρειαστεί πολλή ησυχία για να σπάσει. Ησυχία και χρόνο. Αλλά μπορώ να περιμένω. Γιατί στο φως αυτοί που φωνάζουν φαίνονται μικροί. Αυτοί που φωνάζουν είναι μικροί. Κι εγώ έμαθα να είμαι μεγάλη.